«Το καθολικό εκλογικό δικαίωμα αποτελεί δείκτη της ωριμότητας των διαφόρων τάξεων στην κατανόηση των καθηκόντων τους. Δείχνει πώς σκέπτονται οι διάφορες τάξεις να λύσουν τα προβλήματά τους. Η ίδια η επίλυση των προβλημάτων αυτών δεν κατορθώνεται με τις ψηφοφορίες, αλλά με όλες τις μορφές της ταξικής πάλης μέχρι και τον εμφύλιο πόλεμο. [...] Η συμμετοχή στον αστικό κοινοβουλευτισμό είναι απαραίτητη στο κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου για τη διαφώτιση των μαζών, που κατορθώνεται με τις εκλογές και την πάλη των κομμάτων στη Βουλή. Να περιορίζει όμως κανείς την πάλη των τάξεων στην πάλη μέσα στη Βουλή ή να θεωρεί την πάλη μέσα στη Βουλή σαν την ανώτατη, την αποφασιστική, στην οποία υποτάσσονται οι άλλες μορφές πάλης, σημαίνει να περνά στην πραγματικότητα με το μέρος της αστικής τάξης ενάντια στο προλεταριάτο.» κατά τον Λένιν (Δεκέμβρης του 1919, περιοδικό «Κομμουνιστίτσεσκι Ιντερνατσιονάλ», τεύχ. 7 - 8).
Οι κοινοβουλευτικές εκλογές είναι μια διαδικασία εξασφάλισης της λαϊκής συναίνεσης από την κεφαλαιοκρατική τάξη καθώς μέσω αυτών καλλιεργείται στα εκμεταλλευόμενα και καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα ότι είναι εκείνα που επιλέγουν τους κυβερνήτες τους και επομένως έχουν μερίδιο της ευθύνης της άσκησης της εξουσίας. Για τους επαναστάτες κομμουνιστές οι πολιτικές μάχες δίνονται παντού. Η συμμετοχή στις αστικές εκλογές συναρτάται με τις ανάγκες ανάπτυξης της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και κάθε φορά πρέπει να κρίνεται συγκεκριμένα.
Οι κοινοβουλευτικές εκλογές είναι μια διαδικασία εξασφάλισης της λαϊκής συναίνεσης από την κεφαλαιοκρατική τάξη καθώς μέσω αυτών καλλιεργείται στα εκμεταλλευόμενα και καταπιεζόμενα κοινωνικά στρώματα ότι είναι εκείνα που επιλέγουν τους κυβερνήτες τους και επομένως έχουν μερίδιο της ευθύνης της άσκησης της εξουσίας. Για τους επαναστάτες κομμουνιστές οι πολιτικές μάχες δίνονται παντού. Η συμμετοχή στις αστικές εκλογές συναρτάται με τις ανάγκες ανάπτυξης της ταξικής πάλης στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και κάθε φορά πρέπει να κρίνεται συγκεκριμένα.